Γιάννη Σχίζα: ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2)

Συνεχίζουμε δημοσιεύοντας μεγάλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάννη Σχίζα «Τα Βουνά του Κόσμου». Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε ολόκληρο το κεφάλαιο για το «Έτος των Βουνών και του Οικοτουρισμού» (2002) γιατί είναι διαχρονικό και προετοιμάζει ένα νέο θέμα που θα αναρτήσουμε στη συνέχεια, «2011 – Έτος των δασών».
———-

Γιάννη Σχίζα: ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (2)
2002, Έτος Βουνών και Οικοτουρισμού

Η ανακήρυξη του 2002 ως “έτους βουνών και οικοτουρισμού”από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, δείχνει αναμφισβήτητα μια κατακτημένη συνείδηση σχετικά με το ρόλο και τη σημασία των ορεινών όγκων. Η συνείδηση αυτή δεν ήταν απλά και μόνο συνέπεια της «συνάντησης» των βουνών με τις νέες αναπτυξιακές τάσεις της ψυχαγωγικής βιομηχανίας, επομένως και με τα σχετικά προβλήματα:
Επί πλέον προέρχοταν από την μακρόχρονη, φιλότιμη, πολλές φορές θεωρούμενη «άχαρη» ή «περιθωριακή» εργασία των ανθρώπων της ορειβασίας, που ήταν ταυτόχρονα οικολόγοι και γνώστες των προβλημάτων της άγριας ζωής: Δηλαδή ανθρώπων που ήταν ενήμεροι της διαλεκτικής των βιοτόπων, που κατανοούσαν τη σχέση «ποιοτήτων και ποσοτήτων», τη σχέση ζωοπληθυσμών και ζωτικού χώρου, τα χωρικά προαπαιτούμενα της επιβίωσης πολλών απειλουμένων ειδών. Π.χ. οι Χατζησαρβάνης και Αδαμακόπουλος κατέθεταν το 1987 ένα σχέδιο για την επανασύνδεση τεχνητά αποκομμένων βιοτόπων δια μέσου της δημιουργίας «ζωνών προστασίας» – που θα ήταν ουσιαστικά «δρόμοι» των ζώων στους ορεινούς όγκους της Ρούμελης για τη μετάβασή τους από περιοχή σε περιοχή, που θα γεφύρωναν δηλαδή «ζωτικούς χώρους» και θα επέτρεπαν την επικοινωνία, τον εμπλουτισμό και τη γενετική ανανέωση των πληθυσμών.[163.Νέα Οικολογία, Φεβρουάριος 1987].
Με το ίδιο πνεύμα οι περιβαλλοντιστές των Άνδεων στην δεκαετία του 1990 κατέστρωναν σχέδια για «διαδρόμους» προστατευόμενων περιοχών, που θα δημιουργούσαν άρτια μεγέθη για την αειφορία της άγριας φύσης. «Ο ήπιος οικοτουρισμός και η επιστροφή του σύγχρονου ‘μεταλλαγμένου ανθρώπου’ στη μητέρα φύση αποτελούν τον κύριο βιώσιμο πόρο για τα ορεινά μας χωριά, που απειλούνται με οικονομική και δημογραφική κατάρρευση» – υποστήριζε ο Σύλλογος Αρκάδων Ορειβατών και Οικολόγων, στα πλαίσια μιας πρότασης για τη δημιουργία οικολογικού –πολιτιστικού πάρκου στο Μαίναλο (Οικοτοπία, Ιανουάριος 2000).. Πολλά και διάφορα προγράμματα και παρεμβάσεις, πολύ συχνά με τη συνεργασία των ντόπιων, ορθώθηκαν σαν αντίσταση στις αγοραίες αδράνειες και στις συνθήκες που μετέτρεπαν τις ορεινές κοινωνίες σε «κοινωνίες απειλούμενες με εξαφάνιση». Τα παραδείγματα είναι πολλά και διεγερτικά. Από τον Ντένιστον αντιγράφουμε την αναφορά στο Περουβιανό Ίδρυμα Προστασίας της Φύσης (FPCN) που ασχολήθηκε στη δεκαετία του 1980 με τον εθνικό δρυμό Μανού των Άνδεων – έκτασης 15 εκατ. στρεμμάτων, το 1/9 περίπου της Ελλάδας : Οι συνεργάτες του FCPN θα μείνουν πολλά χρόνια στα χωριά της περιοχής μέχρι που να καταρτίσουν ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα φιλικό με το περιβάλλον, που θα περιλαμβάνει την ανάπτυξη φαρμακευτικών φυτών, τη δημιουργία αγορών για τα εγχώρια προϊόντα, την ενίσχυση της κτηνοτροφίας και ιχθυοκαλλιέργειας, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση των γηγενών που απασχολούνται επαγγελματικά στο δρυμό. Εξ άλλου η φυλή Ζούνι στο Δυτικό Νέο Μεξικό θα αξιοποιήσει παραδοσιακές τεχνικές εναντίον της διάβρωσης του εδάφους σε έκταση 25 εκατ. στρεμμάτων, ενώ επίσης θα προωθήσει σχέδια ορθολογικής διαχείρισης των βοσκοτόπων της περιοχής. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι μέσα στο 2002 θα κινηθούν πολλά και διάφορα σχέδια αποκατάστασης τοπίου, ύστερα από «τραυματισμούς» που προκάλεσαν λατομεία ή ορυχεία κάθε λογής:  Η επαναφορά του ωφέλιμου δάσους, οι φυτεύσεις με στόχο το σταδιακό επανεποικισμό του χώρου με τη τοπική χλωρίδα και πανίδα, η αντιμετώπιση πλημμυρικών φαινομένων και ο ομαλός ανεφοδιασμός των υδροφόρων οριζόντων, αποτελούν στοιχεία των «αποκαταστάσεων τοπίου» που σαφώς υπερβαίνουν το χαρακτήρα απλών παρεμβάσεων για τη βελτίωση της μορφής του χώρου. Από τις πιο εντυπωσιακές αποκαταστάσεις, από την άποψη της ποιότητας, του μεγέθους αλλά και των δυσκολιών λόγω της ξηρασίας του κλίματος, θα αποδειχθεί αυτή που διαδραματίζεται στο όρος Τρόοδος της Κύπρου, στην περιοχή των ορυχείων αμιάντου.
Το 2002 ως «έτος βουνών και οικοτουρισμού» βασίστηκε στην πολύτιμη πείρα αναρίθμητων φίλων της φύσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενσωματώνοντας την παρελθούσα εμπειρία και αξιοποιώντας το τρέχον δυναμικό του FAO (Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας) για το μέρος που αναφέρεται στα βουνά, ενώ όσον αφορά το “υπόλοιπο” μέρος του οικοτουρισμού αξιοποιώντας το κύρος και τη δράση του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού και του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών(UNEP), το «έτος βουνών και οικοτουρισμού» δημιούργησε ορισμένες προϋποθέσεις για νέες πρωτοβουλίες . Τα επιτελεία του διεθνούς οργανισμού θα εμπνεύσουν νέες ιδέες και πρακτικές για την προστασία της ορεινής φύσης [Friends of Nature, “2002: International Year of Ecotourism and International Year of Mountains”, Bulletin 17A, Αύγουστος 2001]. Αρκετές από
αυτές ήταν αξιοσημείωτες για την ποιότητά τους : Στην Κύπρο ο εορτασμός του «Διεθνούς έτους βουνών» θα αποφέρει έναν ουσιαστικό διάλογο για μια νέα, πιο ισόρροπη «διασπορά» του τουριστικού ρεύματος, για την αποσυμφόρηση των παραλιακών χώρων, για μια ολική σχέση του τουρίστα με τις τοπικές κοινωνίες και τα προϊόντα τους, κι ακόμη θα συνδυαστεί με πρακτικά καθήκοντα όπως η χάραξη μονοπατιών.[Γιάννη Σχίζα, «Το διεθνές έτος βουνών στην Κύπρο», Οικοτοπία, Οκτώβριος 2002] Σε μεγαλύτερη κλίμακα θα κινηθούν οι «Φίλοι της Φύσης»[Friends of Nature, “International year of mountains, “Alpine cultural path”, bulletin 19, June 2002], διαμορφώνοντας ένα «Αλπικό Πολιτιστικό Μονοπάτι» μήκους 1800 χιλιομέτρων, χωρίς να προχωρήσουν σε νέες χαράξεις αλλά ενοποιώντας υπάρχοντα μονοπάτια, κι ακόμη χωρίς να δημιουργήσουν οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις – που θα είχαν σαν αναπόφευκτο τίμημα την απώλεια της «φυσικότητας» του χώρου…. Το πολιτιστικό αυτό μονοπάτι προσφέρει τη μαγεία των ορεινών τοπίων, προσφέρει «ζωντανές» συναντήσεις με χωρικούς απόμακρων περιοχών και επαφές με ποικίλα στοιχεία μνημειακότητας – εξωθώντας κατ’ αυτό το τρόπο σε ένα ελεύθερο καλπασμό της φαντασίας μέσα στο χρόνο, θυμίζοντας ίσως τους οδοιπόρους στον κινηματογραφικό «Γαλαξία» του Ισπανού σκηνοθέτη Μπονουέλ… Η ίδια οργάνωση θα πρωτοστατήσει τον Νοέμβριο του 2002 σε μια συγκέντρωση φίλων του βουνού από 12 Ευρωπαϊκές χώρες,[“How to interpret the natural and cultural heritage of mountains”, Bulletin No 20,” Friends of Nature] που θα ασχοληθεί με την προστασία των ορεινών όγκων μέσω της «περιβαλλοντικής εκπαίδευσης» των ανθρώπων που προσεγγίζουν αυτές τις περιοχές: Η συγκέντρωση θα διαμορφώσει την έννοια της «ερμηνείας»(interpretation) της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς των βουνών, που ουσιαστικά περιγράφει, χωρίς «δασκαλίστικο» ύφος, μια ευέλικτη τακτική προσέγγισης των φυσιολατρών που έχουν σαν κύρια στόχευση την αναψυχή .. Μερικούς μήνες αργότερα οι «Φίλοι της Φύσης» θα επιδώσουν μια σειρά από προχωρημένες προτάσεις προς την Γερμανία, που την περίοδο Απριλίου 2003-2004 κατέχει την προεδρία του διακρατικού σχήματος προστασίας των Άλπεων. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες από αυτές είναι: Η πρόταση που αφορά τη διαμόρφωση ενός συστήματος «δεικτών» για την εξέλιξη της όλης Αλπικής περιοχής. Η πρόταση που αφορά τη συνολική διαχείριση της κυκλοφορίας, με στόχο τον περιορισμό της κυκλοφορίας ιδιωτικών οχημάτων..Η πρόταση που αφορά την προστασία φυσικών και ανθρωπογενών τοπίων, την αναβάθμιση της ποιότητας της εργασίας ιδιαίτερα στον τουριστικό τομέα, την ελάττωση των στερεών και υγρών αποβλήτων…
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η επέκταση και εμβάθυνση της οικολογικής συνείδησης σε σχέση με το παρελθόν, παίζει σημαντικότατο ρόλο στην εκπόνηση των νέων προτάσεων ή σχεδίων για τη διαχείριση του ορεινού χώρου. Οι σχεδιαστές και οι φορείς της εξουσίας είναι υποχρεωμένοι να κρατούν τουλάχιστον τα προσχήματα. Έτσι λόγου χάρη η πρόταση της δεκαετίας του 1980 για έναν Όλυμπο ως ενδιαίτημα του Αρχαιόπληκτου κιτς, απέχει παρασάγγες από ένα μεταγενέστερο ‘‘μετριοπαθές’’ σχέδιο : Που κατατίθεται στις ημέρες μας στοχεύοντας στη δημιουργία ενός «μυθολογικού πάρκου» στους πρόποδες του Ολύμπου», με παλάτια των θεών, με ξεναγήσεις, με ‘‘αυθεντικές’’ αποδόσεις της μυθολογίας κ.λπ. [Γιάννης Σουλιώτης, «Καθημερινή» 15.2.03]. Πέρα από τις πράξεις, και οι προθέσεις των διαχειριστών της εξουσίας υποδηλώνουν έμμεσα την απήχηση της οικολογικής συνείδησης και τη δυνατότητα αυτής της τελευταίας να επηρεάζει ακόμη και τις κυβερνητικές αποφάσεις.
Στις ημέρες μας υπάρχει ένα «ευτύχημα» και ένα «δυστύχημα» όσον αφορά την διαχείριση των ορεινών περιοχών. Το «ευτύχημα» είναι ότι οι προβληματισμοί και οι «πιλοτικές» δράσεις για αυτή τη διαχείριση εντάσσονται μέσα στα πλαίσια μιας αναπτυσσόμενης περιβαλλοντικής παιδείας, που αποκτά όλο και μεγαλύτερο εύρος και βάθος, που μπορεί να ξεπερνά κάποιες εναρκτήριες αφέλειες και εμμονές. Η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης μέσα στην σχολική και εξωσχολική παιδεία αναπτύσσει σε γενικές γραμμές το ενδιαφέρον και την ευαισθησία των εκπαιδευομένων κάθε είδους, σχετικά με τα προβλήματα της ορεινής φύσης. Τα πρώϊμα εγχειρήματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης εμπνέουν όλο και πιο μεθοδικές παιδαγωγικές πρακτικές.
Ένα τέτοιο «πρώϊμο» – αν όχι και πρώτο εγχείρημα στην Ελλάδα του αιώνα που πέρασε – αποδίδεται στο έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου τα «Ψηλά βουνά»(1918). Το έργο αυτό του Παπαντωνίου (1877-1940), που υπήρξε δημοσιογράφος, λόγιος και ποιητής με ορεινή καταγωγή και βιώματα, σκιαγραφεί μια τολμηρή παιδαγωγική πρόταση : Πρόταση που βασίζεται στην πρόσληψη γνώσεων με βάση τις ανάγκες και την πράξη, δηλαδή όχι με βάση την εξωγενή πίεση των δασκάλων και την «κατεστημένη» διαδικασία των αμοιβών-ποινών. Η πρόταση εμπεριέχει στοιχεία οικολογίας, φυσικών και κοινωνικών επιστημών και, κατά πως την παρουσιάζουν οι Α.Μαρκοπούλου και η Μ.Βλάχου σε Συνέδριο του Πανεπιστημίου Αθηνών [2ο Πανελλήνιο Συνέδριο του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ΑΘΗΝΑ, 8-11 Μαΐου 2003] – αποτελείται από τέσσερεις φάσεις: Στη πρώτη φάση μια ομάδα μαθητών αποφασίζει να περάσει
κάποιο διάστημα σε ένα δάσος στα ψηλά βουνά, οπότε πείθουν τους γονείς τους γι αυτό και στη συνέχεια σφυρηλατούν το απαραίτητο πνεύμα συλλογικότητας.. Στη δεύτερη φάση συνεργάζονται για το στήσιμο καταλυμάτων, για την προστασία του δάσους και τη λειτουργία μιας κοινότητας, στη τρίτη προχωρούν στην εξερεύνηση του χώρου, προβληματίζονται, συζητούν και διερευνούν, ενώ στην τέταρτη φάση συναντούν ανθρώπους των βουνών, συνάπτουν σχέσεις, κατανοούν τις πολιτιστικές διαφορετικότητες, κατανοούν τις επεμβάσεις του ανθρώπου στην φύση αλλά και την «εκδίκηση» της δεύτερης όταν κακοποιείται. Να πως φαντασιώνει τη συνέχεια του εκπαιδευτικού του πειράματος ο ίδιος ο Ζ.Παπαντωνίου στον επίλογο του βιβλίου του: «Όσοι από τους παλιούς θυμούνται αυτή την ιστορία μας είπαν πως εκεί στη χώρα φάνηκε έπειτα από χρόνια ένας δάσκαλος που άφησε όνομα. Έπαιρνε τα παιδιά και τα δίδασκε κάτω από τα δέντρα. Όταν δεν ήταν βαρυχειμωνιά, είχαν για σχολείο πότε ένα πεύκο, πότε ένα πλάτανο. Έπαιρναν το βιβλίο τους και διάβαζαν μαζί του απάνω στους λόφους, στον ήλιο και στον αέρα. Από εκεί τους έδειχνε τους γύρω τόπους, τη γη, τον ουρανό, τα πλάσματα όλα. Τους πήγαινε κοντά στις αγελάδες, στα πρόβατα, στα γίδια, στις κότες, για να μάθουν πως ζούνε. Τους μάθαινε τη ζωή των δένδρων, των πουλιών και των εντόμων. Όταν ήταν καθαρή αστροφεγγιά, τους έδιχνε από ένα ύψωμα και τους ονόμαζε τ’ άστρα. Τους μάθαινε να γράφουν όσα έβλεπαν στον κόσμο κι όσα είχαν στο νου και την ψυχή τους» …

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση αναδύεται μέσα από την πρόοδο της συστηματικής οικολογίας, εμπνέεται από τα άμεσα προβλήματα και ερωτηματικά της ζωής, και με τη σειρά της υπαγορεύει μια διαρκή αναζήτηση μεθόδων, πολιτικών και επιστημονικών προτάσεων για την αντιμετώπιση των επι μέρους κρίσεων… Σε όλο αυτή το γίγνεσθαι ιδεών και δράσεων ένα από τα σημαντικότερα «εργαλεία» για την συνειδητοποίηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων των ορεινών όγκων, είναι η ανάλυση της «φέρουσας ικανότητας των προστατευόμενων περιοχών», δηλαδή του επιπέδου της ικανότητάς τους να υποδεχθούν ορισμένους αριθμούς επισκεπτών. Ήδη από το 1986 η UNEP (Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών) σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού προωθούσε τέτοιου είδους αναλύσεις και στα πλαίσια ενός σχεδίου κατηγοριοποιούσε τους παράγοντες που προσδιορίζουν την «τουριστική φέρουσα ικανότητα» σε βιοφυσικούς, σε κοινωνικοπολιτιστικούς, σε παράγοντες που αναφέρονται στις διευκολύνσεις και υποδομές, αλλά και σε παράγοντες που αναφέρονται
στο βαθμό αποδοχής των τουριστών από τις εγχώριες κοινωνίες. (Σχίζας, «Ο άλλος τουρισμός»). Με τη πάροδο του χρόνου, μέσα σε συνθήκες αλματικής ανάπτυξης της περιβαλλοντικής παιδείας, η θεωρητική ανάλυση της τουριστικής φέρουσας ικανότητας θα πάρει διαρκώς και μεγαλύτερες διαστάσεις, επιτρέποντας κατ’ αυτό το τρόπο την όλο και πιο μεθοδική προσέγγιση των προβλημάτων που δημιουργεί η παρουσία των επισκεπτών σε ευαίσθητες ορεινές περιοχές.
Το 2002 το Ελληνικό WWF οργανώνει μια σημαντική διεθνή διημερίδα «Για την ‘φέρουσα ικανότητα’ και τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών». [ Περιοδικό Οικοτοπία, αφιέρωμα στη «φέρουσα ικανότητα» των προστατευόμενων περιοχών», Οκτώβριος 2002] προωθώντας ακόμη περισσότερο την προβληματική για το ζήτημα. Οι εισηγητές θέτουν το ζήτημα του προσδιορισμού του “optimum” αριθμού επισκεπτών σε συγκεκριμένες περιοχές και υπογραμμίζουν την ανάγκη της ενημέρωσής τους , αντί της καθιερωμένης διακίνησης επισκεπτών ( σε κατάσταση αφασίας…) από χώρο σε χώρο, έτσι ώστε να δικαιώνουν την καταγγελία του τουρισμού ως υπνοβασίας, από τον φιλόσοφο Εντγκάρ Μορέν … Οι εισηγητές προτείνουν: Ζωνώσεις στους χώρους επισκέψεων, με κλιμάκωση από κάποιους χώρους «ορθάνοικτους» στην τουριστική ανάπτυξη έως χώρους διαρκούς απαγόρευσης αυτής της ανάπτυξης(T.Manning). Αναγνώριση των επιπτώσεων των μεγάλης κλίμακας έργων που συνδέονται με τα χειμερινά σπόρ (Χ.Κοκκώσης). Προώθηση κωδίκων ορθής συμπεριφοράς, προώθηση της ηλιακής ενέργειας για την προστασία του δάσους από τη συλλογή καυσόξυλων, προγράμματα διαχείρισης απορριμμάτων, συστήματα ζώνωσης και συμφωνίες με την τοπική κοινωνία (A.Holden, με βάση την εμπειρία του πάρκου Αναπούρνα του Νεπάλ)…
Το «ευτύχημα» της αναπτυσσόμενης περιβαλλοντικής και οικοτουριστικής παιδείας συνυπάρχει με ένα «δυστύχημα». Το δυστύχημα είναι ότι οι προβληματισμοί και οι δράσεις αυτού του είδους εκδηλώνονται μέσα σε ένα νεοφιλελεύθερο, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, όπου αναπτύσσεται ιδιαίτερα η λογική της «αξιοποίησης» των πάντων με σκοπό το άμεσο κέρδος. Όπου οι οικονομικοί ανταγωνισμοί οξύνονται και τίθενται εκτός ελέγχου, όπου οι ποιότητες της καθημερινής ζωής και του περιβάλλοντος θυσιάζονται μάλλον εύκολα στο βωμό του κέρδους. Όπου η Παγκοσμιοποίηση δημιουργεί μεταξύ των κρατών ένα ρεύμα «μειοδοσίας» στα ζητήματα των χωροταξικών και περιβαλλοντικών όρων ανάπτυξης, όπου η ηγεμονική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στη διεθνή σκηνή συνεπάγεται την ανοικτή καταφρόνηση των θεσμίσεων του Κυότο για το παγκόσμιο κλίμα. Όπου οι οφειλόμενοι περιορισμοί στην προσπέλαση, εγκατάσταση ή διαμονή στους ορεινούς όγκους , εξασθενούν μάλλον παρά ισχυροποιούνται. Έτσι γίνεται αμφίβολο το κατά πόσο οι “φιλοπεριβαλλοντικές” πρακτικές, οι πρακτικές αναγνώρισης της αξίας του τοπίου και των μνημείων, θα έχουν το “σκορ” που θα μπορεί να “ισοφαρίσει” και να αντισταθμίσει τις αντίπαλες τάσεις υποβάθμισης.
Το πρόβλημα και μετά ένα πανηγυρικό «έτος βουνών» όπως αυτό του 2002, θα αξιώνει άλλες λύσεις και πολιτικές, πέρα από τη λογική της κοντόφθαλμης διαχείρισης και του άμεσου κέρδους. Δηλαδή «έξω» από τη λογική της αγοράς και «μέσα» στη λογική της διατήρησης της φύσης ως εταίρου της ανθρωπότητας, ως διαχρονικού πλούτου των γενεών, ως μεγάλου επιστημονικού «κεφαλαίου» για τις έρευνες του παρόντος και του μέλλοντος….
Τα βουνά του νέου, μεταμοντέρνου, μεταβιομηχανικού, πληροφορικοποιημένου κόσμου, με την εντατική και χωρικά συγκεντρωμένη γεωργία και κτηνοτροφία, απαιτούν μια νέα διαχείριση. Μια διαχείριση που δεν θα καταλήγει σε ένα οικολογικό “μη μου άπτου” , που δεν θα καταλήγει στην ταρίχευση των ορεινών όγκων και στην “μονοδιάστατη” τήρηση της μνημειακής λειτουργίας τους προς όφελος κάποιων ζηλότυπων Λεβύ-Στρως , αλλά που θα προσφέρει μέλλον στις τοπικές κοινωνίες. Που θα κατοχυρώνει την λειτουργία τους ως εστιών της άγριας ζωής χωρίς να ενδίδει στον κατασκευαστικό μεγαλοϊδεατισμό. Που θα είναι συμβατή με την χωροταξική ανασυγκρότηση, που θα προωθεί επαρκούς μεγέθους πυρήνες ζωής, που θα εμποδίζει την όδευση των ορεινών οικονομιών προς την κατάσταση “μονοκαλλιεργειών αναψυχής”…
Στις νέες συνθήκες τα βουνά έχουν έρθει πιο κοντά στις πόλεις(!), από επικοινωνιακή και συγκοινωνιακή άποψη. Κι ο κόσμος τους πρέπει να ελπίζει ότι αυτό το “κοντά” θα εισπραχθεί ως πλεονέκτημα και δεν θα αποτελέσει αιτία καταστροφής. Ο κόσμος των ορέων έχει ανάγκη από την ανακυττάρωση, την ανασυγκρότηση των οικισμών με στόχο την δημιουργία πληθυσμιακά βιώσιμων μονάδων. Έχει ανάγκη από την αναχωροθέτηση, από την αναδιάταξη των κατοικημένων του χώρων, όπως προπάντων έχει ανάγκη από την πολυλειτουργικότητα. Αν και από τη φύση του λιτός, εξαρτάται από ένα ορισμένο πλουραλισμό οικονομίας και πολιτισμού. Όμως του ταιριάζει και του
αξίζει το “μέτρο” – ούτε η ακραία ερήμωση αλλά ούτε τα πολύβουα και αυθάδη πλήθη….

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s