Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου

Συνεχίζουμε  με “Τα ψηλά βουνά” του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ένα βιβλίο που “στα πλαίσια της “εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης” από την επαναστατική κυβέρνηση Βενιζέλου- προοριζόταν για αναγνωστικό της Γ΄ Δημοτικού. Το βιβλίο όμως κάηκε δημοσίως από τις κυβερνήσεις μετά το 1920…”
Περισσότερα για το βιβλίο διαβάστε ΕΔΩ.

Ας ξαναθυμηθούμε ένα ποίημα από τα “Ψηλά Βουνά”:

«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιατί; Γιατί;»/ Αγέρας θάναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά / Να’ βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα δεντρί… / Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου, δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του και περπατεί! /Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης, γιατί, γιατί;

«Γιάννη, που κίνησες να φτάσεις;» / «Στα δυο χωριά.» /«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου; Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω. Τι έφταιξα εγώ; / Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει, γι’ αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες… για δυο, για τρεις… / Ο νους μου σήμερα δε ξέρω, τ΄ είναι βαρύς»

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι να δροσιστείς» / Σκύβει να πιει νερό στη βρύση, στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες, φεύγει ο καιρός, / Στον ίδιο τόπο είν’ ο Γιάννης, κι ας τρέχει εμπρός…

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες, μα πού κλαρί; /Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι, με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο, το σπλαχνικό, / που ‘ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα – τ’ ακούς, τ’ ακούς;- / και τραγουδούσε σα φλογέρα στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες και τις δροσιές / Και το ρετσίνι του ποτάμι απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήταν κι ολόρθος, ως τη χρονιά, / Που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι, την προσκυνώ, / Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα και να σταθώ…

Η μάνα μου θα περιμένει κι έχω βοσκή… / Κι είχα και τρύγο… Τι ώρα νάναι και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι -να στοχαστείς- / Κι ήρθε και μ’ ήβρε ο χειμώνας μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι! Πότε ήρθε; Πώς; / Άγιε, σταμάτησε το λόγκο, που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω -με τι καρδιά;- /Θέλω να πέσω να πεθάνω, εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι… βογκάει βαριά. / Μακριά του στάθηκε το δάσος, πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι, φωνή καμιά / Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο, στην ερημιά.

About these ads

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s